Μετρητής

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterΣήμερα1172
mod_vvisit_counterΧθές3493
mod_vvisit_counterAll10717340
°F | °C
invalid location provided
Οδοιπορικό στ' Άγραφα και στα Καρπενήσια

 

‘‘Είπε το πως ανάμεσα σε τρίβολα κι αγκάθια  μια μέρα θέλησ' ο Θεός να σπείρει ένα λουλούδι οπού 'χε χίλιες ομορφιές και χίλιες ευωδιές  κι οπ' όταν  εμεγάλωσε και πρόβαλε δροσάτο δεύτερος ήλιος έλαμψε και την ψυχή του κόσμου     π' ούτε δεν είχε ανάκαρα, κρυφά ν' αναστενάξει τη ζέστανε, τη στόλισε μ'ακούραστα φτερούγια την έμαθε πώς να πετά. Και το λουλούδι εκείνο πού 'πρεπε ν' αν'αμάραντο το βάφτισε Ελλάδα''. (Ασμα 2ο. Βαλαωρίτης)

Όταν ταξιδεύεις μέσα στην Ελλάδα μας απ' το πιο απόμακρο νησάκι της, μέχρι τα πιο απόκρημνα κακοπάτητα δασωμένα ή φαλακρά βουνά της, όταν ανηφορίζεις τα ψηλά βουνά του Ζα­χαρία Παπαντωνίου με τα άγρια και τα ήμερα, τους θρύλους και τις παραδόσεις του λαογράφου Στέφανου Γρανίτσα και τό­σων άλλων επώνυμων και ανώνυμων τραγουδοποιών του λαϊ­κού μας έντεχνου λόγου, ανακαλύπτεις πως έτσι είναι. Η Ελ­λάδα είναι ένα αμάραντο λουλούδι γεμάτο ήλιο και φως. Λου­λούδι βγαλμένο μέσα από τριβόλια. Και φως δοσμένο απ' τον δεύτερο ήλιο της για ψυχική και πνευματική ανάταση. Όπου έ­μαθε την ψυχή να φοράει φτερά και να πετάει.                                               

Κι είν' αλήθεια όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σ' αυτά τα αγέρωχα,

απόκρημνα, δύσβατα, μεγαλοπρεπή και περήφανα βουνά, νιώ­θεις να παίρνεις τη δύναμη τους, τη μεγαλοπρέπεια τους και να πετάς με φτερούγια που δανείζεσαι απ' τους φτερωτούς συ­ντρόφους τους. Και δεν είναι μόνο η ομορφιά τους. Αναλογίζε­ται κανείς και την ιστορία τους. Τους ρόλους που έπαιξαν τα βουνά στη σκοτεινή περίοδο της σκλαβιάς του Έθνους μας.

 

Γιατ' είναι γκρίζα τα βουνά     

και στέκουν βουρκωμένα;             

Μην' άνεμος τα πολεμεί      

μήνα η βροχή τα δέρνει;

Ήταν οι εποχές που όταν έλειωναν τα χιόνια οι Τούρκοι επι­χειρούσαν να στείλουν τ' ασκέρια τους στα ψηλά βουνά, στις φωλιές της κλεφτουριάς και του αρματολικιού. Τότε η λαϊκή μούσα έβλεπε τα βουνά βουρκωμένα και δαρμένα.

Τέτοια βουνά απάτητα με ομορφιά και ένδοξη ιστορία είναι και τα βουνά της κοντινής Ευρυτανίας και των Αγράφων, που φθάσαμε ως εδώ επισκέπτες και προσκυνητές σε ιστορικά μο­ναστήρια.

Τα ξακουστά και χιλιοτραγουδισμένα Άγραφα, που οι κλέ­φτες τους κι οι αρματολοί έβαζαν ακούραστα φτερούγια στην ψυχή και στα πόδια και με τη σπάθα τους δεν αφήνανε ‘‘Τούρ­κο να διαβεί, στράτα για να περάσει''. Όσες φορές κι αν προ­σπάθησε ο κατακτητής να τα πατήσει απέτυχε.

Ο Ρήγας Φεραί­ος τους παρότρυνε:

Μαυροβουνιού καπλάνια

Κι Ολύμπου σταυραετοί              

  κι Αγράφων τα ξεφτέρια γενείτε μια ψυχή.

Έμειναν αδούλωτα τ' Άγραφα κι άγραφα στα φορολογικά κιτάπια και σ' αυτό το γεγονός, λέγεται, ότι οφείλουν και τ' ό­νομα τους. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι τα Άγραφα ονομά­στηκαν έτσι από την εποχή της εικονομαχίας δηλ. το 8ο μ.Χ. αι. που κατά τη μαρτυρία του Μιχαήλ Ψελλού οι κάτοικοι αυτής της περιοχής δεν υπέγραψαν την κατάργηση των εικόνων, αλλά σκότωσαν και τους απεσταλμένους στη Λάρισσα της Θεσσα­λίας. Κι έτσι χάρις στην κάποια ανεξαρτησία τους ήταν τ' Άγραφα για την εποχή εκείνη σπουδαίο πνευματικό κέντρο. Στις σχολές των Βραγγιανών, της Καστανιάς, της Ρεντίνας, δί­δαξαν μεγάλοι δάσκαλοι του γένους. Μέσα σ' εκείνη τη ζοφερή ατμόσφαιρα που όλα ‘‘τάσκιαζε η φοβέρα'' ζωντάνευαν και τα Μοναστήρια που σαν πολύβοες κυψέλες έδιναν ζωή κι ελπίδα σε κάθε κατάκοπο στρατοκόπο και προπαντός βοήθεια και κα­ταφύγιο στους κλέφτες κι αρματολούς, που έβρισκαν εκεί ζε­στό φαί, ύπνο, αμέριστη φιλοξενία.

Στο Βορειότερο τμήμα από την πλευρά των Αγράφων ένα τέ­τοιο μοναστήρι, της Παναγίας της Σπηλιώτισσας κοντά στα Κουμπουριανά είχε γίνει φωλιά και κρησφύγειο των Κλεφτών. Άπειρες υπηρεσίες προσέφερε στο δουλωμένο γένος και κατά την Εθνεγερσία. Σήμερα βρίσκεται σε παρακμή παρόλο που έ­χει ακόμα πολλούς επισκέπτες προσκυνητές. Απέναντι από το μοναστήρι της Σπηλιώτισσας υψώνεται το απόκρημνο βουνό της Καράβας. Απάτητο, σχεδόν πάντα χιονισμένο. Θρυλείται ότι εκεί προσάραξε η κιβωτός του Δευκαλίωνα, εξουσιαστής της Θεσσαλίας, (που επί της εποχής του είχε γίνει κατακλυ­σμός,- και πρόγονος του μυθικού βασιλιά του Βάλτου, Ιδομε­νέα) απ' όπου πήρε και τ' όνομα: Καράβα.

Σήμερα, Πρωτομαγιά, βρεθήκαμε και καταλύσαμε στο μονα-στήρι της Τατάρνας ή της Τετάρνας, όπως το θέλουν οι κάτοι­κοι της περιοχής. Σαν επισκέπτες και προσκυνητές εντυπωσια­στήκαμε. Είναι ζωντανό, περιποιημένο, καθαρό και με σπάνια φυσική ομορφιά. Διατηρεί την παλιά παραδοσιακή φιλοξενία κι όλα αυτά χάρις στην ακούραστη προσπάθεια της αδελφότη­τας του μοναστηριού. Κι είναι τέσσερις όλοι κι όλοι μοναχοί. Γκρεμισμένο και ξαναχτισμένο, καμένο και ξαναοικοδομημέ-νο, για έντεκα φορές, όπως αναφέρουν φωτισμένοι μοναχοί. Στη μορφή που είναι σήμερα άρχισε να κτίζεται το 1969. Είχε γίνει άφαντο από φοβερή κατολίσθηση ολόκληρου βουνού το 1963. Το' χει φαίνεται, η μοίρα του τόπου, άλλα να αφανίζο­νται κάτω από όγκους χωμάτων κι άλλα κάτω από τα νερά του Ασπροπόταμου. Εκεί κοντά στο μοναστήρι που πρώτα κυλού­σε τα νερά του ο Αχελώος, τώρα κάτω απ' την τεχνητή λίμνη, στο βυθό, βρίσκονται καταποντισμένα δυο μετόχια του μονα­στηριού: Η Αγία Παρασκευή και ο Αη-Γιώργης.

Ετούτο το μοναστήρι της Παναγίας της Τερτανιώτισσας ή της Φανερωμένης, όπως την ονομάζει ο Ηγούμενος της Μονής, που πρώτη φορά επισκέπτομαι, μακριά απ' την οχλαγογή, τον τεχνικό πολιτισμό, τον τουρισμό, σεμνό κι αθόρυβο, όπως εί­ναι και οι ευσεβείς μοναχοί, που το διακονούν, είναι ένα πραγ­ματικό ησυχαστήριο. Πνιγμένο στο πράσινο και περιτριγυρι­σμένο απ' τα βουνά της Ευρυτανίας τα δασωμένα και μπροστά του απλώνεται το γαλάζιο της τεχνητής λίμνης. Λουσμένο στον ήλιο και στο φως και πρωτάκουστα κελαηδήματα πουλιών. Έτσι που να μην μπορείς να φανταστείς τον παράδεισο καλύ­τερο. Είναι βλέπεις και το υγρό στοιχείο απέναντι, γαλάζιο κι ήμερο που σε γαληνεύει. Είναι και η εποχή με τα παντός χρώ­ματος λουλούδια και τις ευωδιές. Είναι και η ιστορία του μο­ναστηριού που σου ζωντανεύει άλλους καιρούς. Σε φέρνει κο-ντά τους μ' εκείνη την ανάταση της ψυχής και του πνεύματος, που ο δεύτερος ήλιος, πάντα αναζωογονεί. Τίποτε ολότελα δεν τσιγκουνεύτηκε η Φύση σε τούτο τον αγιασμένο τόπο. Και η ι­στορία του πλούσια. Η προσφορά του στο δουλωμένο γένος, μεγάλη. Φιλοξενήθηκαν, βρήκαν καταφύγιο και ορμητήριο οι οπλαρχηγοί της Κλεφτουριάς της Ρούμελης. Των Αγράφων και του Βάλτου. Ο Κατσαντώνης, του οποίου το ασημένιο καντήλι που δώρισε στο μοναστήρι σώζεται στο σκευοφυλάκιο, ο Ρά-γκος, ο Λεπενιώτης, ο Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης έβρισκαν απάνεμο και καταφύγιο πολλές φορές. Οι μοναχοί ακόλουθη- αν τους οπλαρχηγούς στους αγώνες. Ζώνονταν τ' άρματα με αυταπάρνηση. Κι όταν ελάχιστοι γύριζαν, έβρισκαν το μονα­στήρι αποκαήδια απ' την οργή των αγαρηνών για την προσφο­- ρά βοήθειας των πατέρων. Και εις πείσμα ξαναχτίζονταν. Η Α­γία Τριάδα του τότε Βραχωριού ήταν, όπως αναφέρει κι ο ση­μερινός Ηγούμενος της Μονής, μοναστηριακό μετόχι της Πα­ναγίας Τεταρνιώτισσας, που ωφέλησε πολύ στην πνευματική ζωή του Βραχωριού. Εκεί φυλάχτηκαν και διασώθηκαν τα κει­μήλια της Μονής που είναι πολλά, ανυπολόγιστης αξίας και σπάνιας τέχνης. Σήμερα φυλάσσονται στο σκευοφυλάκιο της Μονής, που μπορούν να τα ιδούν οι προσκυνητές...

Το παλιό γεφύρι της Τετάρνας που ενώνει την Ευρυτανία με το Βάλτο, βρίσκεται κι αυτό κάτω απ' τα νερά της λίμνης. Λίγο ψηλότερα στήθηκε το καινούργιο γεφύρι που θεωρείται θαύμα τεχνικής με πολλά διεθνή βραβεία.

Κοντά στο παλιό γεφύρι ανάβλυζε νερομάνα. Ήταν η ξακου­στή Μαρδάχα. Έλεγαν πως επικοινωνούσε με τον μυθικό Αχέ­ροντα της Θεσπρωτίας, αλλά και με την πολύπαθη λίμνη των Ιωαννίνων. Εδώ γινόταν το μεγάλο εμποροπανηγύρι της Τε­τάρνας. Κρατούσε πολλές μέρες και έσφυζε από ζωή και κίνη­ση όλη η περιοχή. Απέναντι στο Βάλτο βλέπουμε την Κανάλα. Είναι κρημνώδης, άδενδρη στο μεγαλύτερο όγκο της.

Ένας κόντρος που ροβολάει νωχελικά, χύνεται σαν ασήμι και σπιθίζει ο ήλιος τις ζεστές μέρες. Στην κορυφή της βροντά­ει άγρια τα' αστροπελέκι και σκορπίζονται στα σύννεφα τα όρ­νια (οι γύπες) που φωλιάζουν εκεί. Στο Βάλτο έχουν πρόχειρη τη φράση ‘‘όρνιο τσ' Κανάλας''. Οι μοναχοί του Μοναστηριού τέσσερις είναι. Κι όλοι διακονούν. Φιλόξενοι και ευχάριστοι. Ο Ηγούμενος, Αρχιμανδρίτης Δοσίθεος γράφει στο βιβλίο του

‘‘Προσκύνημα στο Μοναστήρι της Τατάρνας'' για τους προσκυ­νητές: ‘‘Άλλοι ξεκινούν από απλή περιέργεια. Τί είδους άνθρω­ποι είναι οι καλόγεροι, ανήκουν άραγε στο ανθρώπινο γένος; ''.Για αυτό θα επιχειρήσω μια περιγραφή γνωριμίας των τεσσά­ρων πατέρων της Μονής εντελώς καλοπροαίρετα και με απε­ριόριστο σεβασμό, ελπίζοντας να μην αντιβαίνω κανόνες, κα­νονισμούς του μοναχικού βίου, τους οποίους καθόλου δεν γνωρίζω.

α) Ο Ηγούμενος, Αρχιμανδρίτης Δοσίθεος: Μεγαλοπρεπής, ή­ρεμος, αγέρωχος, ολιγομίλητος, λίγο ακριβοθώρητος, λίγο στο­ χαστικός, λίγο απόμερος και πολύ θεόρατος. Έχεις την αίσθη­ση πως λίγο θέλει ν' αγγίξει τον ουρανό και να πάρει απ' τη σοφία του. Λες και χέρι Θεού τον απίθωσε σε τούτον τον έρημο τόπο να τον ζεστάνει και να τον ζωντανέψει. Θεόσταλτος.

 Λίγα

Η νέα γέφυρα της Τατάρνας.λόγια μας είπε μετά τον Εσπερινό. Λίγα και απλά, καθαρά. Κα­τά τον ίδιο τρόπο γράφει. Απλά, σύντομα, κατανοητά. Το μικρότου βιβλίο που ανέφερα, το διαβάζεις με μια ανάσα. Δεν σε κουράζει.

β) Ο Ιερομόναχος πατήρ Ανδρέας: Κάθεται στο παγκάκι και χαϊδεύει στα χέρια του το κομποσχοίνι που οι ίδιοι πλέκουν. Προσηνής, αγαπητός, ομιλητικός, πρόθυμος κι ευχάριστος.

γ) Αρχιμανδρίτης Δαμασκηνός: Περίφροντης, φύλακας άγγε­λος του Μοναστηριού. Αν το ‘φερνε η μοίρα και χρειαζόταν, θαρρώ πως εύκολα θα μιμούνταν τους προγόνους μοναχούς και θα φορούσε τ' άρματα για τα Ιερά και τα Όσια.

δ) Ο μοναχός Ακάκιος: Αλαφροπάτητος, γελαστός, πρόσχαρος κι εξυπηρετικός.

Μια μέρα κι ένα βράδυ που μείναμε, θα τους θυμόμαστε με σεβασμό κι ευγνωμοσύνη για την αγάπη τους.

Αναλογιζόμαστε λοιπόν το ψυχικό σθένος, τη σωματική δύ­ναμη, τις αρετές, τις θυσίες, τη βαθιά πίστη και τα μύρια άλλα προσόντα που απαιτεί ο μοναχικός βίος, γι' αυτό ίσως εμείς οι προσκυνητές αντικρίζουμε με δέος τους καλογήρους και τους θεωρούμε ότι ‘‘δεν ανήκουν στο ανθρώπινο γένος'', όπως ανα­φέρει κι ο Ηγούμενος.

Πρωτομαγιά και ψιλόβρεχε. Μας χάλασε λίγο τη διάθεση Χαιρετήσαμε κι ευχαριστήσαμε τους φιλόξενους και πραγματι­κά φωτισμένους με τη θεία χάρη Πατέρες της Μονής και φύγα­με με προορισμό το Καρπενήσι.

Φθάνοντας επισκεφθήκαμε το θεσπέσιο κτίσμα της εποχής μας, το ξενοδοχείο ‘‘ΜΟΝΤΑΝΑ''. Από πάνω το στεφανώνει ο Τυμφρηστός, το περήφανο Βελούχι, ακόμα χιονισμένο. Στα πε­ταχτά επισκεφτήκαμε νοτιότερα το μοναστήρι της Παναγίας Προυσιώτισσας με ιστορία και προσφορά εθνική. Η εικόνα μας ήρθε από την Προύσα όταν ο αυτοκράτορας Θεόφιλος μάχο-

νταν τις εικόνες, και είναι μια απ' αυτές που ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς.

Στη συνέχεια τραβήξαμε για το Μικρό Χωριό, στο ησυχαστή­ριο της Οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας. Μετόχι της Παναγίας Τεταρνιώτισσας. Όμορφο και πλημμυρισμένο στο πράσινο α­πό δένδρα θεόρατα. Αγάπη και φιλοξενία βρήκαμε απ' τις τέσ­σερις μοναχές με υπεύθυνη του ησυχαστηρίου την αδελφή Συγκλητική. Παντού υπάρχει δρόμος άσφαλτος. Αλλά και κάτοι­κοι λίγοι. Ένας ηλικιωμένος Ευρυτάνας σ' ένα μικρό καφενε­δάκι μας είπε: ‘‘Ας είχαμε τα παιδιά μας, μας έφτιαξαν δρό­μους όμως φύγανε τα παιδιά μας''.

Τα χωριά σκαρφαλωμένα σε κορφές ή απλωμένα σε πλαγιές, μοιάζουν αετοφωλιές. Σ' αυτές τις αετοφωλιές οι περήφανοι κάτοικοι δεινοπαθούσαν κάποτε για το ψωμί τους. Δεν απαρ­νιόταν τον τόπο τους, που λόγω του ορεινού και του άγονου του εδάφους ‘‘Ες αεί ξύντροφον έχει την πενίαν''. Κι όμως τότε η κόρη παραπονιόταν:

‘‘Μάνα με κακοπάντρεψες και μ' έδωσες στους κάμπους κι εγώ στους κάμπους δε βαστώ ζεστό νερό δεν πίνω. Εδώ τρυγόνες δεν λαλούν κι οι κούκοι δεν το λένε''.

Τότε ο κόσμος έτρεχε στα βουνά. Τώρα τρέχει στις πόλεις. Ε­ρημωμένα και σιωπηλά τα χωριά και τα βουνά από ψυχές αν­θρώπων, και πληθωρικά από λαλιές πουλιών και φωνές αγρι­μιών.

 

Άλλα χρόνια, άλλοι καιροί.

Ευχή μας είναι να μην απαρνηθούμε τις ρίζες μας

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" Δυτικής Στερεάς σε

συνέχειες αρχίζοντας από τις 23/05/1995.

Το ξενοδοχείο

ΜΟΝΤΑΝΑ. Πίσω ο Τυμφρηστός | (Βελούχι)

Το γεφύρι της Τέμπλας, βορειότερα. Που ενώνει την Ευρυτανία με τον Ορει­νό Βάλτο. Κτίστηκε το 1911. Συγχρόνως κτίστηκε και το γεφύρι Αυλακίου τον Ορεινού Βάλτου όπου ενώνει την Θεσσαλία με τον Ορεινό Βάλτο.