°F | °C
invalid location provided
Ο Μπάλιος

 

Της Αλεξάνδρας Καρακώστα-Αηδόνη

Όλη κι όλη η κινητή περιουσία του αυτός ήταν. Ο Μπάλιος. Όλη του η ζωή ο Μπάλιος ήταν. Η ομορφιά του, η γρηγοράδα του, η νοημοσύνη του τον είχαν σκλαβώσει το Λάζο. Ήταν δο­σμένος στον Μπάλιο κι ο Μπάλιος αφοσιωμένος στον αφέντη τmpaloisου.

Συνεννοούνταν. Είχαν τη γλώσσα τους. - Μα τέτοιο άλογο, κακό μάτι να μην το ιδεί.

Μόνο η μιλιά του λείπει, έλεγαν.

Είχε ένα καφετί μελί χρώμα και η τρίχα του γυάλιζε σαν μι­κρές φεγγαραχτίδες. Ένα άσπρο κομμάτι στο μέτωπο, σαν κο­ρώνα, σαν ήλιος που έλαμπε, και ίδια μικρά κομμάτια, μπαλώ­ματα άσπρα, στα γόνατα του. Μια χυτή σαν μετάξι χαίτη, ένα λεβέντικο καμαρωτό περπάτημα και μια λαμπερή ματιά. Έτσι μόνο τον Πήγασο, θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Όταν ο Λάζος τον σέλωνε και τ' ούβαζε τα χαλινάρια και τα σπιρούνια του, τον καβαλίκευε και ο ένας καμάρωνε για τον άλλο. Ήταν ο σύντροφος του, ήταν η οικογένεια του.

Με το διάλεξε - διάλεξε από τις κοπελιές που ήθελαν το Λάζο για σύντροφο τους, καμιά δεν πήρε τελικά, έμεινε μόνος. Σε ό­λα, ο πρώτος καβαλάρης, ο Λάζος. Στους γάμους, στο συμπεθε-ριό, στα ταξίδια, στις λύπες, στις χαρές και στα πανηγύρια. Στου Αη-Γιώργη τις γιορτές ο πρώτος καβαλάρης, που έμπαινε στην εκκλησία, ήταν ο Λάζος με τον Μπάλιο στολισμένοι κι οι δυο. Παντού ο μπροστάρης.

Και τα χρόνια περνούσαν. Κ' ήρθαν άσχημοι καιροί. Ο Λά­ζος μεγάλωσε. Μα ο Λάζος ήθελε ν' άναι πάντα ο Λάζος. Σ' ό­λα πρώτος. Μόνος του, εργένης, μόνο με τον Μπάλιο. Ήρθε πόλεμος, ήρθε ανέχεια. Κι αν ο Λάζος δεν έτρωγε, για τον Μπάλιο έκανε το κουμάντο του. Οι φόβοι όμως. Οι φόβοι του πολέμου, οι φόβοι μην του τον πάρουν για τον πόλεμο, τον πα-ρέλυαν.

... Θ' αρθώ μαζί του, τους είπε. Δεν γίνεται, θάχει άλλον αφέ­ντη τώρα.

Την ώρα που χώριζαν έκλαιγε σαν το μικρό παιδί και τούδι-νε αληθινά φιλιά. Ο Μπάλιος προχώρησε γύριζε το κεφάλι του με τον ήλιο στη μπάλα, άνοιγε τα πελώρια μάτια του κι ήταν σαν να δάκρυζαν.

Απάνω στη στροφή σταμάτησε. Γύρισε, κοίταξε το Λάζο, με τα υψωμένα χέρια όξω στην πόρτα του σπιτιού του, κι έβαλε έ­να ψιλό, μακρόσυρτο παραπονιάρικο χλιμίντρισμα, που ράγι­ζε καρδιές. Συνεννοήθηκαν. Αυτοί ήξεραν. Πονούσαν. Έγυρε πίσω στη στροφή. Έφυγε... Πήρε μαζί του και τη χαρά του Λά­ζου. Πήρε τη συντροφιά του, πήρε την κουβέντα του. Τούκοψε τα ποδάρια του. Ο Μπάλιος πάει στον πόλεμο, έλεγε. Έτσι δεν κάνουν οι λεβέντες; Πήγε κι ο Λάζος στον πόλεμο, μα γύρισε γρήγορα λαβωμένος.

Πέρασαν χρόνια. Ο Λάζος, με του ήλιου το έβγα και με του ή­λιου το γέρμα, άθελα του γύριζε και κοίταζε στη στροφή. Εκεί, που ο Μπάλιος τον χαιρέτησε με τον δικό του τρόπο. Τον καρ-τέραγε; Ποιος ξέρει;

... Έπεσε βαρεία άρρωστος. Μα πάνω στην παραζάλη της αρ­ρώστιας, του είπαν, πως ο πόλεμος τελείωσε κι όλοι γύριζαν.

- Φέρτε μου γιατρούς να με γειάνουν. Πρέπει να με προλάβει ο Μπάλιος. Θα γυρίσει αυτός. Θα δεις που θα γυρίσει.

Πως έγινε το θάμα κι ο Λάζος πήρε τα πάνω του. Πως έγινε, το θάμα κι ο Λάζος σήκωσε το κορμί του και περπάτησε. Συγύριζε το σπίτι, έψαχνε για τα χαλινάρια, τα σπιρούνια και τη σέλα του. Όλα τα βρήκε. Τα ετοίμαζε. Τα γυάλιζε, τα χάιδευε...

- Το ξυστρί, το ξυστρί που τον χτένιζα. Πρέπει να το βρω. Το τρίχωμα του θέλει περιποίηση μετά από τόση ταλαιπωρία, μέ­σα στην αντάρα του πολέμου. Θέλει... θέλει... Έχανε τα λόγια του.

Οι μέρες που περνούσαν, έμοιαζαν χρόνια για το Λάζο, που καρτέραγε, που βασίλευαν τα μάτια του κοιτάζοντας στη στρο­φή.

Ρωτούσε να μάθει αν είδαν, αν άκουσαν τίποτε για τον Μπάλιο.

- Είναι, σας λέω, σημαδιακός, είναι μοναδικός. Άμα τον είδατε, θα τον προσέξατε... δεν μπορεί.

Κάτι διαδίδονταν ότι ένας μεγάλος και τρανός καπετάνιος είχε διαλέξει το Μπάλιο για την καβαλαρία του στις πορείες. Αυτό το πίστεψε ο Λάζος. Το Μπάλιο του δεν τον είχε για ό­ποιον κι όποιον καβαλάρη. Άλλοι έλεγαν πως τον είδαν να περνάει μέσα από μανιασμένα κατεβασμένα ποτάμια. Άλλοι, να περιπλανιέται σε ξέμακρα και πυκνά δάση, άλλοι σε κά­μπους να τριγυρνάει σκελετωμένος, διψασμένος κι αγνώρι­στος. Έτσι τον έβλεπε και στ' όνειρο του ο Λάζος και πεταγό­ταν ιδρωμένος από την αγωνία.

Επιστολές έστελνε σ' όλους τους καπετάνιους, μετά τον πό­λεμο και ρωτούσε, κι έδινε σημάδια και χαρακτηριστικά του. Ποιος ξέρει, σκεφτόταν, αν ζει κι ο καπετάνιος ο καβαλάρης του.

Θρύλος έγινε ο Μπάλιος. Ώσπου λίγο - λίγο ξεχάστηκε κι έ­μεινε ένας απόηχος για το περήφανο άλογο, του Λάζου του πε­ρήφανου.

Του Λάζου, που τώρα είναι ένας ξεχασμένος και παραμερι­σμένος ανήμπορος παλιός πλευ-μπόυ του τόπου, της εποχής του.

Οπότε, κάποιο δειλινό κατηφόρισε απ' τη στροφή ένα κοκα-λιάρικο κουτσό άλογο, στήθηκε στην πηγούλα του χωριού, κι έ­πινε αχόρταγα νερό. Σε κάποιους, ξύπνησε στο νου τους η ει­κόνα του, που ετούτο δω το ζώο του έφερνε κάτι σημάδια. Τι παράξενο ζώο είναι τούτο, που στο βάθος θέλει να κρύψει μια αρχοντιά!

Αργοπατώντας, τρικλίζοντας, κουτσός και ξεκαλίγωτος, πή­ρε το μονοπάτι για το σπίτι του Λάζου. Στον αυλόγυρο έβαλε όση δύναμη του είχε απομείνει, άφησε ένα αλλιώτικο ένα θρηνητικό χλιμίντρισμα και σωριάστηκε στο χώμα. Πετάχτηκε κι ο Λάζος απ' τον ύπνο. Όνειρο θ' άναι, είπε. Και βγήκε στην αυ­λή. Βλέπει το Μπάλιο σκελετωμένο κάτω και τα μάτια του θο­λωμένα να κλείνουν. Έπεσε πάνω του και τον φιλούσε, όπως τότε. Του μιλούσε μα δεν άκουγε πλέον. Σε καρτερούσα, ήξερα ότι θάρθεις, του ψιθύρισε κι η καρδιά του δεν άντεξε. Εκεί τους βρήκαν ξεπαγιασμένους δίπλα - δίπλα.

Πάντα κάποιος Μπάλιος μπορεί να χαρίσει χαρά σε κάποιο "Λάζο"