Μετρητής

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterΣήμερα515
mod_vvisit_counterΧθές6258
mod_vvisit_counterAll7999412
°F | °C
invalid location provided
Ο λαουτιέρης του Μεσολογγιού

Αλεξάνδρα Καρακώστα - Αηδόνη

Το χαμηλό σπιτάκι της Δήμαινας, εκεί στη μέση του Μεσολογγίου, πάει καιρός που δεν ανοίγει εύκολα τη θύρα του.

Από τότε που ο Δήμος έκλεισε τα μάτια του και πάει στους «ουρανούς» η Δήμαινα δεν έχει ανάκαρα να ιδεί κόσμο. Η αλμύρα της λιμνοθάλασσας, το κουνούπι και οι κόποι στο μικρό προιάρι για το ψωμί της φαμίλιας, τον έριξαν στο στρώμα το Δήμο τον ψαρά. Μαζί με την αρρώστια, πείνα, δίψα και καημός για τη μοίρα του τόπου του.

Ετούτο το κακό, η φωτιά και το σίδερο, που ο Ιμπραήμ, ο τρισκατάρατος σκόρπισε τριγύρω στο Μεσολόγγι τον αποτέλειωσαν. Απόκαμε. Κοίταζε τη Δήμαινα που έτρεμε σαν κιτρινισμένο καρυδόφυλλο, κοίταζε τον μοναχογιό του, τον Ασημάκη, σωστά σκέλεθρα. Απαντοχή καμιά. Τον έκαιγε κι ο διπλός καημός του Ασημάκη, που σαν λαβώθηκε και ματαλαβώθηκε από βόλι εχθρικό, έμεινε σακάτης και μπήκε στους άμαχους. Η μόνη του παρηγοριά από τότε είναι το λαούτο του.

Τώρα ετούτος ο αποκλεισμός, έκαμε το Μεσολόγγι σαν κοιμισμένο θεριό. Ούτε σκύλου γαύγισμα ακούς, ούτε κοκόρου λάλημα, ούτε γάτας νιαούρισμα. Αυτά είχαν γίνει τροφή των αποκλεισμένων κατοίκων εδώ και καιρό. Όμως, οι Μεσολογγίτες πήραν την απόφαση τους. Θα πεθάνουν μαζί με το Μεσολόγγι.

Σαν ζητήθηκε από τους αγαρηνούς να παραδοθεί, οι πρόμαχοι της πόλης απάντησαν: Τα κλειδιά του Μεσολογγίου είναι κρεμασμένα στις μπούκες των κανονιών μας! Τ' άκουγε αυτά ο Δήμος ο Μεσολογγίτης και μέσα στην παραζάλη της πείνας και της αρρώστιας τον πυρετό, τα χείλη του χαμογελούσαν με περηφάνεια κι είπε στον Ασημάκη να βγάλει το λαούτο απ' την κασέλα, που από καιρό είχε βουβαθεί. Άκουγε ο Δήμος το λαούτο, άκουγε και τις κανονιές που έφταναν αδύναμα ως τ' αφτιά του.

  • - Καημένο Μεσολόγγι!
  • - Μη σεκλετίζεσαι. Θα παλέψει. Μπορεί και να τα καταφέρει το Μεσολόγγι μας. Είναι και η δύναμη του Κίτσου Τζαβέλα που έφτασε με τους Σουλιώτες του, τον παρηγορούσε σιγανά η Δήμαινα. Ποιος ξέρει αν πίστευε σ' αυτά που έλεγε!
  • - Εμένα μου λες; ψέλλιζε. Ό,τι δεν πέτυχε ως τα τώρα ο Κιουταχής θα το πετύχει τώρα με τον Ιμπραήμ μαζί. Δεν βλέπεις; Το Μεσολόγγι απόστασε. Μωρέ ούτε ο Ηρακλής απ' τη διπλανή Καλυδώνα να ερχότανε, που λέει ο λόγος, ούτε κι ο Μελέαγρος θα τους έκανε ζάφτι ετούτους τους κάπρους. Τόχουνε βάλει μέτι - μουχαμέτι να αφανίσουν την πόλη μας. Ας είχαν δύναμη τα χέρια μου να πιάσω την κουμπούρα μου να ριχτώ κατ' απάνω τους! Έτσι να βγάλω λίγο το άχτι μου. Καταραμένη αρρώστια. Αν ήταν μόνο η πείνα, θα την κουμαντάριζα. Θατρωγα μαρμαρίδες, φύκια, χορτάρια απ' τη γη μας. Κάτι θακανα. Ετούτο το θεριό που με καίει, δεν πολεμιέται.

Κι έτσι με καημό έκλεισε τα μάτια του και πάει στον άλλο κόσμο ο Δήμος. Απάνω πάει, κάτω πάει, ποιος ξέρει... Από εκεί που πήγε είδε αυτά που ακολούθησαν στο Μεσολόγγι. Ίσως να ήταν καλύτερα απ' αυτούς που έμειναν. Ίσως να ήταν πιο τυχερός. Η Δήμαινα κι ο γιος της ανεμοδέρνονταν. Κρατάει στα σκελετωμένα του χέρια το λαούτο του ο γιος. Αναδεύει τις χορδές του, που ο ήχος τους φτάνει στ' αφτιά σαν κλάμα. Είναι κλάμα για το Δήμο; Είναι για το Μεσολόγγι; Ο λαουτιέρης ξέρει!

Καιρό ήταν κλεισμένο στην κασέλα το λαούτο. Από τότε που ο Ασημάκης με τη συντροφιά του, με το κέφι της νιότης τους γλεντούσαν στα κουτούκια, όλο ζωή και υγεία, από τότε που το Μεσολόγγι ήταν όρθιο και ζωντανό, από τότε έχει κι ο Ασημάκης να παίξει το λαούτο του. Μετά από τις συμφορές του Μεσολογγίου και τις δικές του λαβωματιές, κλείστηκε και το λαούτο στην κασέλα. Τώρα, ανήμπορος ανοίγει τα μεγάλα του μάτια ανέκφραστα και κουρασμένα και βλέπει φωτιά, τσεκούρι και καπνούς. Φρίκη.

  • - Τι καρτερούμε κλεισμένοι εδώ μέσα, αναρωτιέται ο Ασημάκης.
  • - Ό,τι καρτεράει όλο το Μεσολόγγι γιε μου. Όλους μας δέρνει το ίδιο ριζικό.

Το Μεσολόγγι είναι βουβό, αλλιώτικο. Γεμάτο καπνούς και μυρωδιές μπαρουτιού. Από πάνω, να, ανεβαίνει καπνός. Καίγεται ο προμαχώνας του γέρου Χρήστου Καψάλη. Μια ανησυχητική ησυχία απλωνόταν. Κι η γαλάζια απεραντοσύνη της λιμνοθάλασσας από πέρα ασίγαστη κι ανήσυχη ριγούσε με χίλιες ανατριχίλες κι ο τρομαγμένος της ψίθυρος κυματιστός, ανέβαινε σαν πνοή στους ανοιξιάτικους ανέμους. Και

 

συλλογίζεσαι πως σύντομα αυτός ο δειλός ψίθυρος θα γίνει κάποτε βοή για ν' ακουστεί σ' όλο τον κόσμο ένας απέραντος θρήνος.

 

Αναπαράσταση της ανατίναξης του Χρήστου Καψάλη

Έκατσε ο Ασημάκης στο πεζούλι στη ρούγα του σπιτιού. Ο ήλιος βγήκε όπως πάντα.

 

Τον ήλιο δεν τον πειράζει κανείς. Δεν σκιάζεται κανέναν. Ήθελε να ζεστάνει το Μεσολόγγι. Μα εκείνο ριγούσε, έτρεμε. Ποιος δεν τρέμει το χάρο!

Έβαλε ο λαουτιέρης τα αδύναμα δάχτυλα και παίζει το λαούτο του. Κι όλο παίζει. Ακούγεται σιγαρά και ξεψυχισμένα μέσα στη θανάσιμη σιγαλιά. «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει...». Και τότε σαν να ξύπνησε από λήθαργο η πόλη κι άρχισε ν' αναδεύεται. Άνοιξαν λίγες πόρτες, ύστερα κι άλλες και, οι Μεσολογγίτες βγήκαν στους δρόμους.

Μαζεύονταν γύρω από τους ήχους του λαούτου, που ακούγονταν λυπητερά. Ο λαουτιέρης έπαιζε και το Μεσολόγγι θρηνούσε. Ο ήχος του λαούτου σαν από θάμα τραβούσε τριγύρω τους άμαχους Μεσολογγίτες σαν τις Σειρήνες του Ομηρικού Οδυσσέα. Η Δήμαινα ξεδιπλώθηκε από τη μικρή της καμαρούλα, έφερε γύρω τη ματιά της και σταμάτησε στο εικονοστάσι. Κοίταξε το σβηστό καντήλι. Καιρό που  είχε ν' ανάψει το καντηλάκι της!!! Πού λάδι! Κοίταξε την εικόνα της Παναγίας. Σταυροκοπήθηκε. Παναγιά μου φέρτα δεξιά. Έσκυψε κι άνοιξε την κασέλα. Έβγαλε και φόρεσε την καλή της φορεσιά. Εκείνη την κυριακάτικη. Πήρε κι έζωσε στη μέση της την κουμπούρα του μακαρίτη του Δήμου. Φρόνιμο είναι να ζώσει σίδερο στη μέση της και να κάμει πέτρα την καρδιά της. Κοιτάζει το γιο της, έτσι ανήμπορος που είναι κι αναλογίζεται τι θ' απογίνει.

  • - Άιντε Ασημάκη, φόρεσε κι εσύ τα καλά σου. Εκείνα που βάζεις στην εκκλησία. Ποιος ξέρει αν θα τα ματαχρειαστούμε. Πάμε, άλλοι θα ξεσπαθώσουν κι εμείς από κοντά. Πάμε κι ότι έγραψε η μοίρα! Στάθηκε η Δήμαινα δίπλα στον λαουτιέρη κι όλοι μαζί κίνησαν. Το λαούτο έπαιζε. Σαν σε πανηγύρι.
  • - Με ποιόν θα ορμήσουμεεε... Ποιος θα κάμει το γιουρούσιιι...; ακούονταν κραυγές, σαν ερώτημα.

Κι οι απεγνωσμένες φωνές πνίγονταν μέσα στις βροντές των κανονιών.

  • - Όλοι με τον Μακρήηη... Με τον Νότη Μπότσαρηηη... με τον Κίτσο Τσαβέλααα...

Αυτό το πρόσταγμα της φρουράς έφτασε καθαρά στ' αυτιά τους. Άκουγε κι ο λαουτιέρης τον απόηχο από τις φωνές των προμάχων. Σκορπίζονταν τριγύρω κι ο ήχος του λαούτου, και τον ακολουθούσαν οι Μεσολογγίτες, σκέλεθρα, με την παραζάλη του θανάτου.

  • - Μοιράστηκαν σε τρία σώματα, λένε, θα πάμε κοντά σ' έναν από τους τρεις, μονολογούσαν. Παλικάρια είναι όλοι τους. Κι ο Μακρής κι ο Κίτσος Τζαβέλας κι ο Νότης Μπότσαρης, θα προχωρήσουν με ξεγυμνωμένα σπαθιά, κι εμείς από κοντά.

Πρόμαχοι και γυναικόπαιδα, αντάμα, προχωρούν. Όλα τα περάσματα πιασμένα. Τρόμος κι απογοήτευση. Και τότε λες και μυριάδες στόματα ανοίχτηκαν στον αέρα που φώναζαν: Στον Άη - Συμιοόοο... στον Άη - Συμιόοο... στο Ζυγόοο... Και ξωπίσω μια απόκοσμη φωνή ακούστηκε. Στον άλλο κόσμοοο... Ελάχιστοι έφτασαν στον Άη - Συμιό.

Μέσα στην ταραχή, στη θολούρα και στης μάχης τον καπνό, ξέφρενοι γυρίζουν πίσω. Μια μπρος και μια πίσω το ανθρώπινο κύμα. Κι απ' όξω από τα οχυρά μιλιούνια τ' ασκέρια του Ιμπραήμ. Στριγκλιές φωνές, χλιμιντρίσματα αλόγων, χαλασμός. Κι ο φοβερός μεταλλικός ήχος ξεγυμνωμένων σπαθιών, σκορπίζεται στον αέρα μαζί με σπαραχτικές κραυγές. Κι ύστερα μια μάζα από ανθρώπινα κουφάρια κείτονταν στα λασπόνερα του Μεσολογγίου!

Η Δήμαινα μέσα στο χαροπάλεμα καλούσε με όση δύναμη της είχε απομείνει, τον Ασημάκη κι απόκριση δεν πήρε! Έψαχνε πασπατευτά στο ζωνάρι της για την κουμπούρα. Δεν τη βολεύει. Τα βόλια τη ζώνουν από τριγύρω και τα γιαταγάνια της κόβουν την ανάσα...

Χάθηκε ο Ασημάκης με το λαούτο του, χάθηκε κι η Δήμαινα με την κουμπούρα στο χέρι. Το Μεσολόγγι ματωμένο αργοπεθαίνει!

Η άλλη μέρα το βρήκε να ψυχορραγεί.

Ο ανοιξιάτικος ήλιος φώτισε τα κουφάρια, τα ξεγυμνωμένα σπαθιά, τα γιαταγάνια που αντιφέγγιζαν και παραπέρα την κουμπούρα της Δήμαινας και το θρυμματισμένο και τσαλαπατημένο λαούτο του λαουτιέρη του Μεσολογγίου!

Κι ο καπνός που αργοανέβαινε από τον προμαχώνα του γέρου - Καψάλη, μαζί με το θρήνο του Μεσολογγίου, σκορπίστηκαν στα πέρατα του κόσμου, προκαλώντας βαθιά συγκίνηση και θαυμασμό.

Ο ηρωισμός και η εθελοθυσία του, ενέπνευσαν καλλιτέχνες, ποιητές, ζωγράφους, γλύπτες. Έσκυψαν στα χαλάσματα, ακουρμάστηκαν τους καημούς του και απαθανάτισαν τη δόξα του. Κι έγινε το Μεσολόγγι, πόλη σεβαστή και ιερή.

Πόλη των θρύλων, των παραδόσεων, της ιστορίας και του παραδειγματισμού ανά τους αιώνες.  

Έχει συμπεριληφθεί στην ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

ΑΙΤΩΛ/ΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ