Μετρητής

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterΣήμερα223
mod_vvisit_counterΧθές5544
mod_vvisit_counterAll6319998
°F | °C
invalid location provided
Ο μύθος της υποχρηματοδότησης των ΑΕΙ

Tου Πασχου Μανδραβελη

Πριν από μερικές εβδομάδες ένας αριθμός τρομοκράτησε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Ο αριθμός «20.000». Τόσα υπολογίστηκαν τα κενά στα σχολεία και αυτό το νούμερο κόσμησε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, έγινε σημαία των συνδικαλιστών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τρομοκράτησε τους γονείς και σ' αυτόν στηρίχτηκαν βαθυστόχαστες αναλύσεις του τύπου «πού πάμε, ρε; Πού πάμε;... Οταν μια κοινωνία δεν επενδύει στην παιδεία...» κ.λπ.

Τελικά τα κενά, παρά τη συνταξιοδότηση χιλιάδων εκπαιδευτικών είναι μόλις 2.000 (εν δέκατον των προϋπολογισμένων), πράγμα που επίσης είναι παράδοξο, αφού η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη αναλογία δασκάλων προς μαθητές στον δυτικό κόσμο: ένας διδάσκων ανά δέκα διδασκόμενους στην Ελλάδα, όταν στη Φινλανδία το αντίστοιχο κλάσμα είναι 1/15. Την ίδια αναλογία δασκάλων μαθητών (1/15) έχουν και οι ΗΠΑ, ενώ ακόμη χειρότερη είναι στις Γερμανία, Ιαπωνία, Γαλλία, Βρετανία, Αυστραλία που πλησιάζουν το 1/20.

Κάποιοι μπορεί να σκεφτούν: «σιγά το πράγμα! Σάμπως είναι η πρώτη φορά που στη χώρα μαγειρεύονται τα νούμερα; Σχολή δημιουργικής λογιστικής θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Εξάλλου πίσω από τους αριθμούς κρύβονται άνθρωποι» (σ.σ.: συνήθως αργόσχολοι).

Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτού του τύπου οι κινδυνολογίες και οι πολλοί ψευδείς αριθμοί που κυκλοφορούν αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση και δίνονται οι λάθος λύσεις. Ενώ, για παράδειγμα, η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση πάσχουν από υποδομές (λόγω της υποχρηματοδότησης) οι κυβερνήσεις πιεζόμενες από την κινδυνολογία των κενών αντί να φτιάχνουν τα σχολεία τα φορτώνουν με διδάσκοντες. Αντί να δημιουργούν υποδομές, ώστε να μαθαίνουν τα παιδιά, λύνουν το πρόβλημα της ανεργίας των διδασκόντων.

Ενας άλλος μύθος που κυκλοφορεί είναι εκείνος της υποχρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτός δεν βασίζεται μόνο στο πραγματικό γεγονός της υποχρηματοδότησης της παιδείας στο σύνολό της (η Ελλάδα δίνει το 3,9% του ΑΕΠ, με μέσο όρο της Ε.Ε των «27» 5,04%). Στους ευρωπαϊκούς λογαριασμούς, η Ελλάδα εμφανίζεται να ξοδεύει πολύ λίγα ανά φοιτητή ή σπουδαστή: οι κατά κεφαλήν δαπάνες της χώρας μας το 2006 ήταν 5.200 ευρώ, ενώ ο μέσος όρος των «27» ήταν 8.400 ευρώ ανά φοιτητή ή σπουδαστή.

Από την άλλη, όμως, η χώρα μας εμφανίζεται να ξοδεύει πολλά περισσότερα για τα τριτοβάθμια ιδρύματα, σε σύγκριση με τις άλλες δυτικές χώρες. Η Ελλάδα ξοδεύει το 1,44% του ΑΕΠ στην ανώτατη εκπαίδευση, όταν η κραταιά Γερμανία δίνει το 1,14% του ΑΕΠ, οι ΗΠΑ το 1,33% και ο μέσος όρος της Ευρώπης των «27» είναι στο 1,15%. (Σ.Σ.: η παιδεία που χαντακώνουμε είναι η δευτεροβάθμια. Η Ελλάδα δίνει στα Γυμνάσια και Λύκεια το 1,14% του ΑΕΠ, ενώ ακόμη και η Εσθονία δίνει το 2,32%. Ο μέσος όρος της Ευρώπης των «27» είναι 2,25%).

Το μυστικό, βέβαια, αυτού του παράδοξου βρίσκεται στους αιώνιους φοιτητές, οι οποίοι ακόμη παραμένουν εγγεγραμμένοι στα ελληνικά ΑΕΙ και μειώνουν την ελληνική κατά κεφαλήν δαπάνη. Οπότε μάλλον πρέπει να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα: από τα ελληνικά ΑΕΙ δεν λείπουν τα λεφτά. Αλλα λείπουν· η οργάνωση, το μεράκι και η δουλειά ενός μεγάλου μέρους των διδασκόντων.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)