Μετρητής

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterΣήμερα3211
mod_vvisit_counterΧθές4035
mod_vvisit_counterAll3608700
°F | °C
invalid location provided
Απόφαση Eurogroup:
Τετάρτη, 27 Ιούνιος 2018 14:17

αντί για «μαξιλάρι»… τρύπιο σωσίβιο

 
 
sosivio
 

Γράφει ο Ceteris Paribus

Οι προβλέψεις έχουν όση αξιοπιστία μπορούν να έχουν -αναλόγως και με το ποιος είναι ο προβλέπων- αλλά οι αποφάσεις είναι facts: κανένα προπαγανδιστικό τέχνασμα δεν μπορεί να αλλάξει την ουσία τους. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για αποφάσεις του Eurogroup όπως αυτή της 22ας Ιουνίου για την Ελλάδα. Κατά τη γνώμη μου, οι αποφάσεις αυτές είναι σκληρότερες του αναμενομένου – για την Ελλάδα ως χώρα αλλά και για την κυβέρνηση.

Η τελική φόρμουλα διέψευσε όλες τις πληροφορίες: αντί τα ρίσκα να τα πάρουν οι Ευρωπαίοι δανειστές, όλα τα ρίσκα τα αναλαμβάνει η Ελλάδα. Και μάλιστα σε χρονικό ορίζοντα μικρότερο του μεσοπρόθεσμου. Το νόημα της απόφασης είναι ένα: πάρτε ξηρά τροφή και… καλή τύχη με τις αγορές!

Τρύπιο σωσίβιο…

Μέχρι και την παραμονή σχεδόν της συμφωνίας, το σενάριο ήταν διαφορετικό. Όλες οι ειδήσεις μιλούσαν για ένα «πακέτο» με πολύ συντηρητική διευθέτηση του χρέους που θα συνδυαζόταν με ένα πλουσιοπάροχο «μαξιλάρι» ρευστότητας το οποίο θα εξασφάλιζε τις χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού Δημοσίου μέχρι και το 2022. Η συμφωνία αντέστρεψε τους όρους της φόρμουλας: μια πιο «τολμηρή» διευθέτηση χρέους σε συνδυασμό με ένα πολύ φτωχότερο «μαξιλάρι» ρευστότητας.

Η αντιστροφή της φόρμουλας σημαίνει δύο πράγματα:

  • Πρώτο, ότι όλα τα ρίσκα μεταφέρονται από τους δανειστές στον οφειλέτη, την Ελλάδα.
  • Δεύτερο, ότι η περίοδος χάριτος, δηλαδή προστασίας από αυτά τα ρίσκα, συντομεύεται επικίνδυνα.

Ας γίνω πιο συγκεκριμένος. Η κυρίαρχη μέχρι και την παραμονή του Eurogroup φόρμουλα (μαξιλάρι ρευστότητας μέχρι και το 2022 και επιμήκυνση του δανείου του EFSF κατά 5 χρόνια) θα προστάτευε την Ελλάδα από μια επικίνδυνη κρίση μέχρι και το 2022, θα δυσκόλευε όμως εξαιρετικά την έξοδο στις αγορές και άρα θα μετέφερε όλα τα ρίσκα μιας νέας μεγάλης ελληνικής κρίσης στο μεσοπρόθεσμο χρονικό διάστημα – μετά το 2022.

Το ρίσκο μιας προδιαγεγραμμένης μεσοπρόθεσμα κρίσης θα το αναλάμβαναν οι δανειστές, και μάλιστα οι Ευρωπαίοι δανειστές (δηλαδή η Γερμανία), αφού το ΔΝΤ θα αποχωρούσε. Όπως γράψαμε, η επόμενη γερμανική κυβέρνηση, που θα προέκυπτε από τις εκλογές του φθινοπώρου του 2021, θα έπρεπε να αποφασίσει τι θα κάνει με την Ελλάδα όταν μια τέτοια ρύθμιση θα κατέρρεε κάπου στο δρόμο προς το 2022.

Αυτό το σχέδιο -εμβαλωματικό, όπως εξάλλου και αυτό που υιοθετήθηκε τελικά από το Eurogroup- είχε όμως ένα πλεονέκτημα: η Ελλάδα θα ήταν χρηματοδοτικά ασφαλής για μία τετραετία στην οποία θα είναι… έκπληξη αν δεν υπάρξει επιβράδυνση ή και ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας και πιθανότατα μια νέα μεγάλη κρίση στις διεθνείς αγορές.

Σε αντίθεση με όλα αυτά, η φόρμουλα που υιοθετήθηκε από το Eurogroup αντιστρέφει όλα αυτά:

1. Η Ελλάδα μένει χρηματοδοτικά ακάλυπτη στην πιο κρίσιμη περίοδο: όταν θα αρχίζει ο καθοδικός κύκλος για την παγκόσμια οικονομία, αφού το «μαξιλάρι» ρευστότητας θα επαρκεί όχι για 4 χρόνια αλλά για λιγότερα από 2 χρόνια (22 μήνες).

Το γεγονός ότι λείπει από την απόφαση οποιαδήποτε ρύθμιση θα συνδέει τις χρηματοδοτικές υποχρεώσεις της Ελλάδας με την πορεία του ΑΕΠ (το περίφημο «γαλλικό κλειδί», που χάθηκε όχι στους διαδρόμους του Eurogroup αλλά πολύ πριν από αυτό), αφήνει την Ελλάδα ακόμη πιο έκθετη σε πιθανό νέο αποκλεισμό από τις αγορές.

2. Το ρίσκο ενός νέου αποκλεισμού από τις αγορές πέφτει στην Ελλάδα. Αν συμβεί το «κακό», προφανώς και θα επιληφθούν οι δανειστές, αλλά η αποτυχία θα οφείλεται όλη στην Ελλάδα και όχι σε αυτούς. Η απόφαση του Eurogroup τακτοποιεί καλύτερα τις σχέσεις μεταξύ των δανειστών: καλύπτει σε ικανοποιητικό βαθμό (και σίγουρα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η φόρμουλα που τελικά απορρίφθηκε) τις απαιτήσεις τις ΕΚΤ, αλλά και του ΔΝΤ.

Η δεκαετής επιμήκυνση σε συνδυασμό με τα πλεονάσματα 2,2% ετησίως μετά το 2022 φέρνει (στα χαρτιά των τεχνοκρατών) το ελληνικό χρέος πολύ κοντά στη βιωσιμότητα. Ακόμη και το ΔΝΤ το πιστεύει, απλώς δεν πιστεύει ότι είναι εφικτά τέτοια πλοενάσματα, οι δε Γερμανοί υπολογίζουν ότι με πλεονάσματα 2,2% μετά το 2022 δεν απαιτούνται καν μέτρα για το χρέος.

Με τις ρυθμίσεις για το χρέος η Γερμανία πλήρωσε «κάτι παραπάνω» για να εξευμενίσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό το ΔΝΤ, να κάμψει τις αντιρρήσεις της ΕΚΤ (που εξακολουθεί να μουρμουράει…) και να μεταφέρει όλα τα ρίσκα και όλες τις ευθύνες για πιθανή νέα αποτυχία στην Ελλάδα.

3. Το ΔΝΤ μένει στο παιχνίδι. Το… πόσο, θα εξαρτηθεί από την Ελλάδα! Είναι η ελληνική κυβέρνηση που καλείται να αποφασίσει αν και σε ποιο βαθμό θα αποπληρώσει (καταναλώνοντας μέρος του «μαξιλαριού» ρευστότητας) να αποπληρώσει τμήμα των δανείων προς το Ταμείο που λήγουν μέχρι και το 2023.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος έσπευσε να δηλώσει ότι δεν έχει αποφασίσει τι θα κάνει σχετικά. Ποιος πιστεύει ότι θα «χαλαλίσει» αξιόλογο τμήμα του «μαξιλαριού» ρευστότητας, που πλέον μόνο επαρκές δεν είναι, για να προπληρώσει δάνεια του ΔΝΤ, όταν μάλιστα αυτό ούτως ή άλλως θα μείνει στο παιχνίδι σε ρόλο υπερ-συμβούλου; Όταν μάλιστα το Ταμείο αντλεί τη δύναμή του από τις αγορές, τις οποίες η παρούσα ελληνική κυβέρνηση -και όποια άλλη στο μέλλον- θα έχει απόλυτη ανάγκη;

Με τις καλύτερες ευχές της Γερμανίας, οι δανειστές σπρώχνουν την Ελλάδα στη θάλασσα των αγορών με τρύπιο σωσίβιο. Το ατύχημα είναι προδιαγεγραμμένο. Οι ενοχές γι’ αυτό θα βαρύνουν τον ίδιο τον… κολυμβητή. Οι δανειστές θα έρθουν ξανά όλοι μαζί για να επιληφθούν του θέματος…

…και τρύπιο «μαξιλάρι» για τις τράπεζες

Μιλώντας συνεχώς για τις χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου, ξεχνούμε κάποιες άλλες χρηματοδοτικές ανάγκες: των τραπεζών. Η απόφαση του Eurogroup αναφέρεται στις ελληνικές δεσμεύσεις για τα «κόκκινα» δάνεια, αλλά και στην υποχρέωση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) να εκχωρήσει το μετοχικό ποσοστό που διαθέτει στις τράπεζες σε σύντομο χρόνο. Οι τράπεζες απεξαρτώνται από το δημόσιο χρήμα και τη δημόσια συμμετοχή και σπρώχνονται επίσης στη θάλασσα των αγορών χωρίς καν τρύπιο σωσίβιο. Σύμφωνα με το σενάριο που απορρίφθηκε, το πλουσιοπάροχο «μαξιλάρι» ρευστότητας θα μπορούσε να καλύψει και τυχόν νέες κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών. Τώρα, η δυνατότητα τέτοιας κάλυψης δεν υπάρχει. Τι θα συμβεί λοιπόν αν οι τράπεζες χρειαστούν νέα κεφάλαια και δεν τα βρίσκουν από τις αγορές;

Η απόφαση του Eurogroup είναι στο σημείο αυτό πολύ σκληρή. Άφησε τις τράπεζες χωρίς χρηματοδοτική κάλυψη παρόλο που σημαντικά κεφάλαια από το λήγον πρόγραμμα δεν «σκουπίστηκαν από το τραπέζι». Στην πρώτη αναταραχή στις αγορές, οι τράπεζες θα το πληρώσουν αυτό πολύ ακριβά. Δύο χρηματοδοτικά προγράμματα (το δεύτερο και το τρίτο) πέρασαν χωρίς να λυθεί το πρόβλημα της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Από τον Αύγουστο η Ελλάδα θα είναι εκτός προγράμματος, το δε «μαξιλάρι» ρευστότητας είναι ανεπαρκές ακόμη και για το Δημόσιο.

Κυβέρνηση εγκλωβισμένη στους «θριάμβους» της

Η προπαγάνδα λέει ότι η κυβέρνηση εξασφάλισε το καλύτερο: Και «γενναία» ρύθμιση του χρέους και χρηματοδοτικό «μαξιλάρι». Δουλειά της προπαγάνδας είναι να φτιασιδώνει, να αποκρύπτει και να διαστρέφει. Δουλειά της δημοσιογραφίας (θα έπρεπε να) είναι να πράττει τα ακριβώς αντίθετα. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, δεν πρόκειται μόνο για τις πάγιες προπαγανδιστικές ανάγκες, αλλά και για κάτι άλλο: η κυβέρνηση είναι εγκλωβισμένη στους «θριάμβους» της.

Τυπικά, η απόφαση του Eurogroup ικανοποιεί τις βασικές της επιθυμίες. Στην πραγματικότητα είναι ηχηρό ράπισμα – αλλά η κυβέρνηση δεν δικαιούται καν να διαμαρτυρηθεί: Για «αυτοδύναμη έξοδο στις αγορές» μιλούσε η κυβερνητική προπαγάνδα – και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Για «γενναία ρύθμιση του χρέους» μιλούσε η κυβερνητική προπαγάνδα – και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα, με την έννοια ότι υιοθετήθηκε το καλύτερο από τα συζητούμενα το τελευταίο διάστημα σενάρια.

Ακόμη και για το πλεονάσματα 2,2% μετά το 2022 δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί, όταν διακηρύσσει ότι θα εξασφαλίσει «δημοσιονομικό χώρο» για… κοινωνική πολιτική επιτυγχάνοντας υπερπλεονάσματα πάνω από 3,5% τα επόμενα χρόνια.

Κι όμως, η κυβέρνηση επιθυμούσε στην πραγματικότητα το σενάριο που απορρίφθηκε! Το ομολόγησε πρόσφατα ο Ευκλείδης Τσακαλώτος με τη δήλωσή του ότι «η Ελλάδα θα δυσκολευτεί να βγει στις αγορές». Η κυβέρνηση ήθελε το «μαξιλάρι» ρευστότητας για 4 χρόνια και τη μεταφορά της ευθύνης για το τι θα συμβεί μετά το 2022 στους δανειστές. Αυτό που πήρε είναι πολύ σκληρό: καθαρή έξοδο των… δανειστών από τις ευθύνες για ένα νέο ελληνικό «ατύχημα», έξοδος στις αγορές χωρίς προστατευτικά και πλήρης μεταφορά της ευθύνης για νέο ελληνικό «ατύχημα» στην Ελλάδα.

Το «μαξιλάρι» ρευστότητας δεν είναι μόνο ισχνό, αλλά και «δώρον άδωρον»: αν χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί από αυτό έστω και 1 ευρώ, το νέο ελληνικό «ατύχημα» θα αρχίσει να προδιαγράφεται και να προεξοφλείται. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν θα έχουν πραγματικό αντιστάθμισμα στις πιέσεις των αγορών. Μόλις το κλίμα στις αγορές χαλάσει, αυτές θα δυστροπήσουν απέναντι στο ελληνικό Δημόσιο. Μόλις υπάρξει η παραμικρή απόκλιση από τη δημοσιονομική πειθαρχία, θα δυστροπήσουν επίσης. Μόλις αποδειχθεί ότι η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων δεν είναι επαρκής για να καλύψει τα κεφαλαιακά κενά των τραπεζών, θα συμβεί το ίδιο.

Πραγματική άμυνα απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους δεν υπάρχει. Η Ελλάδα μετά τον Αύγουστο θα είναι εκτός προγράμματος αντιμέτωποι με τους «δαίμονες» της. Το «κλίμα» θα είναι βραχυπρόθεσμα καλό, μέχρι κάποια στιγμή να χαλάσει – από μια διεθνή αναταραχή ή από εσωτερικές «αποτυχίες». Και τότε, το ισχνό «μαξιλάρι» δεν θα μπορεί να σώσει τίποτε.

Υ.Γ. Η απόφαση του Eurogroup έχει σαφείς επιπτώσεις στα σενάρια για τις πολιτικές εξελίξεις. Θα επηρεάσει τις επιλογές (μεταξύ αυτών και για το χρόνο των εκλογών) και τις προοπτικές τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης. Γι’ αυτό θα μιλήσουμε σε προσεχές άρθρο.